ἀναπαύομαι

ἀνα|παύομαι ['прерываться'] отдыхать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀναπαύομαι" в других словарях:

  • αναπαύομαι — αναπαύομαι, αναπαύτηκα και αναπαύθηκα, αναπα(υ)μένος βλ. πίν. 20 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ἀναπαύομαι — ἀναπαύω make to cease pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυκαναπαύομαι — αναπαύομαι γλυκά …   Dictionary of Greek

  • ξαποσταίνω — αναπαύομαι, ξεκουράζομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < επιτ. < ξ(ε) + αποσταίνω] …   Dictionary of Greek

  • προσαναπαύω — Α [ἀναπαύω] 1. ενεργώ έτσι ώστε να αναπαυθεί κανείς παρόμοια ή επί πλέον 2. (το μέσ. ή παθ.) προσαναπαύομαι α) αναπαύομαι ή κοιμάμαι κοντά σε κάποιον β) αναπαύομαι πάνω σε κάτι («δεικνύντες... τοὺς στρατιώτας ἐρριμμένους ὑπὸ κόπου καὶ… …   Dictionary of Greek

  • почиваю — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  глаг. 1) (ἀναπαύομαι) покоюсь, отдыхаю; успокаиваюсь, освобождаюсь …   Словарь церковнославянского языка

  • εξαργώ — ἐξαργῶ; έω (AM) [αργώ] (επιτ. τ. τού αργώ*) αδρανώ, αναπαύομαι («τῷ καθεύδοντι ἤ ἄλλως πως ἐξηργηκότι», Αριστοτ.) μσν. (μτβ.) 1. κάνω κάποιον να αργοπορήσει 2. σταματώ από κάτι 3. καθυστερώ από κάτι 4. παραλείπω κάτι 5. εξαφανίζω, εξαλείφω κάτι… …   Dictionary of Greek

  • καταλωφώ — καταλωφῶ, άω και ποιητ. και ιων. τ. έω (Α) 1. αναπαύομαι, ανακουφίζομαι από κάτι 2. απαλλάσσω κάποιον από κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + λωφῶ «αναπαύομαι»] …   Dictionary of Greek

  • παραναπαύομαι — Α [αναπαύομαι] αναπαύομαι, ησυχάζω κοντά σε κάποιον …   Dictionary of Greek

  • Σάββατο — Έβδομη ημέρα της εβραϊκής εβδομάδας, αφιερωμένη στον Κύριο. Η αρχαιότερη βιβλική νομοθεσία καθόριζε την ημέρα αυτή για πλήρη ανάπαυση, συνδέοντας την με την «ανάπαυση» του θεού κατά την έβδομη ημέρα της δημιουργίας (Γένεσις β’, Ικ.ε.), καθώς και… …   Dictionary of Greek

  • αέσκω — ἀέσκω (Α) κοιμάμαι, αναπαύομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. χρησιμοποιείται κυρίως στον αόρ. (ἄεσα < *ἄFεσσα;) συνοδευόμενο πάντοτε από τη λ. νύκτα(ς). Ανάγεται πιθανότατα σε ΙΕ ρίζα *(a)we / *(a)wes που σήμαινε αρχικά «μένω, είμαι, περνώ τον καιρό μου,… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.